Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013

Ζοζέ Σαραμάγκου, Το Κατά Ιησούν Ευαγγέλιον ( μετ. Αθηνά Ψύλλια, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1996)




   
   Άργησα να ανακαλύψω τον Σαραμάγκου. Αγοράζω πολλά περισσότερα βιβλία απ’όσα μπορώ να διαβάσω σε μία χρονιά. Τακτική προς αποφυγή, όπως με συμβούλεψε κάποιος που εκτιμούσα κάποτε  τη γνώμη του - αλλά πέρασε καιρός από τότε και μπορώ να  παρεκτραπώ, ως προς αυτό- αφού δε μου αφήνει περιθώριο να παρακολουθώ τα εκδοτικά τεκταινόμενα στην ώρα τους. Εγώ πάλι, υιοθετώ συχνά τη σοφία της λαϊκής ρήσης «κάλλιο αργά παρά ποτέ», αλλά και του ρεαλιστικότερου «αγόρασε τώρα που μπορείς και διάβασε όποτε μπορείς». Εξαιτίας  αυτής  μου της επιλογής, ενώ είχα στη βιβλιοθήκη «Το κατά Ιησούν Ευαγγέλιον» και το «Όλα τα ονόματα» (του ιδίου)  για πολλά χρόνια, δεν πρόλαβα να γνωρίσω αυτόν τον βαθιά σκεπτόμενο και συναρπαστικό συγγραφέα όσο ζούσε. Όπως όλοι, όμως, οι κλασικοί (γιατί ο Σαραμάγκου είναι πλέον κλασικός) είναι διαχρονικοί και  σαγηνεύουν εξίσου σε όλες τις εποχές και τις χρονολογίες , αν δικαιούμαστε να είμαστε τόσο απόλυτοι για τις γραπτές απόπειρες των ιδιόρρυθμων αυτών πλασμάτων που ονομάζονται συγγραφείς.

     Έτυχε (διαβολική θα τολμούσα να την ονομάσω τη σύμπτωση, αφού ο Διάβολος και ο Θεός είναι παντού) να διαβάσω το βιβλίο κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα και να το τελειώσω την Κυριακή του Θωμά. Πρόκειται γι’ αυτά τα «ζωτικά απρόοπτα», για να δανειστώ μια έκφραση από το βιβλίο, αυτές τις περίεργες συμπτώσεις, συναντήσεις, συνευρέσεις κάθε είδους, που δίνουν νόημα στη στιγμή και που το σύνολο τέτοιων στιγμών είναι αυτό που ονομάζουμε τελικά ζωή.  Η «συνάντηση» με τον Σαρμάγκου, θεωρώ ότι νοηματοδοτεί την πορεία ενός αναγνώστη, όποτε και αν αυτή συμβεί.  

   Το βιβλίο δεν είναι μια θεολογική πρόταση. Είναι η ανθρώπινη ματιά στα γεγονότα του βίου της Ιερής Οικογένειας, είναι η ανθρώπινη διάσταση της ζωής του Ιησού, προβάλλει τα ανθρώπινα διλήμματα και τις αγωνίες ενός «Χριστού» (με την έννοια του ανθρώπου που έλαβε το χρίσμα) και το μοιραίο-προσχεδιασμένο, από το Θεό και το Διάβολο, πεπρωμένο του. Πρόκειται για ένα βιβλίο βαθιά αληθινό και γι’ αυτό αιρετικό. Ο ενανθρωπισμένος  τρόπος που διαχειρίζεται θεολογικά ζητήματα (όπως για παράδειγμα την ύπαρξη του Θεού και του  Διαβόλου ως τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, και το προαιώνιο θεϊκό σχέδιο που συνδυάζει τη σωτηρία της ανθρωπότητας με την αύξηση της επιρροής και της εξουσίας της μονοθεϊστικής χριστιανικής πίστης), η κυρίαρχη, μα πεσιμιστική, θέση της μοίρας στα ανθρώπινα, η στενή σχέση του τόπου, των ηρώων και των γεγονότων του μυθιστορήματος με τα πραγματικά ιστορικά δεδομένα που είναι γνωστά από την έρευνα, ο ιδιότυπος λόγος που γίνεται σχεδόν sui generis στην περίπτωση του Σαραμάγκου, προκαλούν την περιέργεια του αναγνώστη να μάθει περισσότερα για το συγγραφέα. Εκπλήσσεται, επομένως, όταν μαθαίνει ότι ο συγγραφέας προέρχεται από οικογένεια Πορτογάλων αγροτών, δεν έχει σπουδάσει σε πανεπιστήμιο και είναι αυτοδίδακτος.  Δεν μπορεί παρά να εντυπωσιαστεί και να συμφωνήσει με τον Ουμπέρτο Έκκο, ο οποίος προλογίζοντας έκδοση κείμενων του Σαραμάγκου που είχαν αναρτηθεί στο blog του τελευταίου με τον τίτλο  «Το Τετράδιο», έγραψε: «Περίεργο άτομο αυτός ο Σαραμάγκου. Είναι ογδόντα εφτά (το 2009)χρονών, με κάποια, λέει ι ίδιος σοβαρά προβλήματα υγείας, έχει κερδίσει το Νόμπελ (το 1998), διάκριση που θα του επέτρεπε να μην παράγει πλέον τίποτα, αφού έτσι κι αλλιώς έχει εξασφαλισμένη την είσοδό του στο Πάνθεον (…) και να τος που αρχίζει να γράφει σε μια ιστοσελίδα επιτιθέμενος λίγο-πολύ στους πάντες, προκαλώντας πολεμικές και αναθέματα από πολλές πλευρές- συνήθως όχι επειδή λέει πράγματα που δεν θα έπρεπε να πει, αλλά επειδή σε χάνει τον καιρό του για να μετρήσει τα λόγια του- κι ίσως αυτός ακριβώς να ήταν ο σκοπός του…».

  Άθεος («Η αιωνιότητα του Θεού είναι αυτή ενός αιώνιου μη όντος», όπως λέει ο ίδιος), μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Πορτογαλίας, που όμως εξοργίζεται και στηλιτεύει την ανυπαρξία της Αριστεράς στην εποχή μας, είναι ένας ανυπόμονος «σοφός έφηβος» που θέλει να αλλάξει τον κόσμο (…πολλές επαναστάσεις χάθηκαν από την υπερβολική υπομονή. Προφανώς, δεν έχω τίποτε προσωπικά εναντίον της ελπίδας, αλλά προτιμώ την ανυπομονησία., ένα εκρηκτικό μείγμα πεσιμιστή-επαναστάτη που πιστεύει βαθιά στον άνθρωπο: είναι μοιραίο, επομένως, να αλλάξει την πορεία του αναγνώστη που θα «συνευρεθεί» μαζί του.

    Ευτυχώς που ήταν πολυγραφότατος και άφησε σημαντική ποσότητα βιβλιογραφίας πίσω του (σημαντικά τα «Περί τυφλότητας» και «Περί φωτίσεως», όπως μου συνέστησε μια καλή φίλη) ικανή για να περάσει ουσιαστικά ο μέλλοντας χρόνος που θα χρειαστεί για να καλύψω τα άπαντά του. Και από «την τυφλότητα», μέσα από «όλα τα ονόματα», να καταλήξω στην προσωπική «φώτιση».

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης "Το μοιρολόι της φώκιας"- Φύλλο εργασίας

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης "Το μοιρολόι της φώκιας"- Σχόλια





  • Το έργο: Είναι διήγημα με ηθογραφικό περιεχόμενο,πλούσιο λυρισμό , αλλά και πολλά στοιχεία ρεαλισμού. Τα ηθογραφικά στοιχεία αναφέρονται στα πρόσωπα της υπαίθρου και τις ασχολίες τους ( η χωρική γριά/ το μοιρολόι/ η μετανάστευση του γιου/ ο βοσκός που παίζει φλογέρα/ οι γεωργοί που επιστρέφουν από τα χωράφια/ η αντίληψη της γριάς ότι η φλογέρα  «ξυπνά τους πεθαμένους»/ η δοξασία ότι οι φώκιες αντιλαμβάνονται τα ανθρώπινα), καθώς και στο χώρο και σε όσα συμβαίνουν σ' αυτόν( κοιμητήριο-μνημούρια, λαϊκά τοπωνύμια).Τα ρεαλιστικά στοιχεία είναι εκείνα που αναπαριστούν την πραγματικότητα πιστά και αντικειμενικά ( η γριά φορτωμένη/ η αναδρομική περιγραφή της ζωής της/ το μακάβριο θέαμα των λειψάνων/ οι άνθρωποι που επιστρέφουν από το μόχθο/ η σκηνή του πνιγμού της Ακριβούλας).   Τα λυρικά στοιχεία που διανθίζουν το λόγο του συγγραφέα είναι οι πολλές και πλούσιες εικόνες που περιγράφουν τη φύση, οι μεταφορές, το μοιρολόι της φώκιας στο τέλος. Πιθανόν ο συγγραφέας να μεταπλάθει μια ιστορία λαϊκή που κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα.

  • Ο τίτλος : Η λέξη "μοιρολόι" είναι υπαινικτική (δεν αναφέρεται άμεσα, αλλά υπονοείται) του θανάτου. Προβάλλεται περισσότερο το λυρικό- ποιητικό στοιχείο (το τραγούδι του θανάτου που φορέας του παραδόξως είναι όχι ένας άνθρωπος, αλλά ένα ζώο) και διατηρείται αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη που περιμένει να επιβεβαιωθεί.
  • Ο χώρος: Το βραχώδες ακρογιάλι κοντά στο Κοιμητήριο = ατμόσφαιρα που προϊδεάζει για το τραγικό περιστατικό.
Το ακρογιάλι Μνημούρια στη Σκιάθο
 
 

  • Ο χρόνος: «Αμφιλύκη» + «σκότος» =ώρα θανάτου και όχι ζωής. Το σκοτάδι στάθηκε η αιτία να πάθει το θανάσιμο ατύχημα η Ακριβούλα. Ο αναγνώστης προϊδεάζεται και από αυτούς τους συμβολισμούς για το θάνατο της μικρής.

  • Το θέμα: Ο πνιγμός της Ακριβούλας και το μοιρολόι της φώκιας πάνω στο σώμα της. Η παραμέληση και η έκθεση  των παιδιών σε ατυχήματα από τους μεγάλους που είναι απασχολημένοι όλη μέρα με κοπιαστικές αγροτικές και όχι μόνο εργασίες, είναι ένα συχνό θέμα του Παπαδιαμάντη. Ταυτόχρονα , μπορεί να προβληματίσει ακόμα και σήμερα για την αυξημένη ευθύνη των μεγάλων για τη σωστή επίβλεψη των παιδιών.
 

  • Επιμέρους θέματα: Κυρίως παριστάνονται με εικόνες- σκηνές και αναφέρονται στη ζωή και το θάνατο. Οι εικόνες αυτές διαπλέκονται α) για να δείξουν ότι ζωή και θάνατος συνυπάρχουν, β) για να δημιουργήσουν την κατάλληλη ατμόσφαιρα για τον  πνιγμό της Ακριβούλας, προοιωνίζοντας την τραγική κατάληξη, γ) για να χρησιμεύσει η αντίθεση ως εκφραστικό μέσο στο διήγημα.

Εικόνες ζωής
Εικόνες θανάτου
Τα παιδιά που κολυμπούν όλο το καλοκαίρι.
Το νεκροταφείο του χωριού,
Ο βοσκός με τη φλογέρα.
Η χαροκαμένη γριά- Λούκαινα που κατεβαίνει τον κατήφορο (συνειρμικά ο κάτω κόσμος).
Η γολέτα που προσπαθεί να αποπλεύσει.
Οι θάνατοι των παιδιών και του άντρα της γριάς.
Οι αγρότες που επέστρεφαν στα σπίτια τους.
Το μοιρολόι της γριάς.
Η φώκια που κολυμπάει στα ρηχά.
Το φως που λιγοστεύει την ώρα του δειλινού.
Η Ακριβούλα που κάθεται και ακούει τη φλογέρα του βοσκού.
Η κάθοδος του κοριτσιού στο απόκρημνο μονοπάτι (κάθοδος στον κάτω κόσμο).

  • Η τραγική ειρωνεία των λόγων της γριάς για το βοσκό με τη φλογέρα και η παρερμηνεία του πλαταγιασμού είναι απαραίτητα για την οικονομία της αφήγησης και την τελική έκβαση του διηγήματος και ακριβώς αυτό είναι και η μεγάλη αρετή του διηγήματος. Προς το τέλος του διηγήματος και μετά τον πνιγμό ο συγγραφές χρησιμοποιεί σε επανάληψη το ρήμα «εξηκολούθει» για να δείξει ότι οι άνθρωποι συνεχίζουν τις ασχολίες τους, πράγμα που επίσης είναι τραγικό.

  •  Τα δύο μοιρολόγια
·                     Το μοιρολόι της γριάς
·                     Το μοιρολόι της φώκιας
Αναφέρεται στο παρελθόν και σε πρόσωπα άγνωστα στον αναγνώστη.
Αναφέρεται στο παρόν και σε πρόσωπο που παρακολουθήσαμε το θάνατό του(τη μικρή Ακριβούλα).
Δεν έχει εντυπωσιακά στοιχεία(μόνο το γεγονός ότι αναφέρεται σε πολλούς νεκρούς).
Αιφνιδιάζει τον αναγνώστη(τραγουδιέται από ένα ζώο, ερήμην του ανθρώπου)
Τα λόγια του δεν αναφέρονται
Γνωρίζουμε τα λόγια του

Αναφέρεται σε μικρό κορίτσι

Δημιουργεί ατμόσφαιρα λυρική

Αποτελεί θαυμάσιο λογοτεχνικό εύρημα

  • Τα πρόσωπα: Κεντρικό πρόσωπο είναι η γριά Λούκαινα. Με αυτή αρχίζει και τελειώνει το διήγημα, είναι το πρόσωπο μέσω του οποίου ο συγγραφέας περνάει το μήνυμά του στους τελευταίους στίχους του μοιρολογιού, ότι τα πάθη και οι καημοί του κόσμου δεν έχουν τελειωμό. Είναι μια καθημερινή ασήμαντη γυναικούλα με πολλά βάσανα, για τα οποία δεν ευθύνεται η ίδια. Είναι ταυτισμένα με τη ζωή, «πάσχει επειδή απλώς ζει»(Κ.Παπαγιώρης, «Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ, Καστανιώτης,1997). Έχει όμως μεγάλα αποθέματα δύναμης και κρατιέται στη ζωή. Στο διήγημα η παρουσία της και το θλιμμένο μοιρολόι της έρχονται σε αντίθεση με το πρόσωπο του νεαρού βοσκού και της χαρμόσυνης μουσικής της φλογέρας του.

  • Τα πρόσωπα και η μουσική: α) Το μοιρολόι της γριάς είναι πένθιμο τραγούδι για τους νεκρούς του παρελθόντος και προετοιμάζει τον αναγνώστη για το θάνατο της μικρής Ακριβούλας. Η γριά αντιπαθεί το βοσκό, που με τη χαρούμενη μουσική του, διακόπτει τι θρήνο της.  β) Ο βοσκός (απαρατήρητος και απομονωμένος) εκφράζει τη χαρά της ζωής και θέλγει τους πάντες. Παίζει καθοριστικό ρόλο στη μοιραία εξέλιξη των γεγονότων: η Ακριβούλα ξεχάστηκε ακούγοντας τη μουσική του ,νυχτώθηκε και δυσκολεύτηκε να βρει το δρόμο της επιστροφής.   γ) Η φώκια γοητεύεται από τη μουσική του βοσκού και την απολαμβάνει και στη συνέχεια θρηνολογεί για το θάνατο της Ακριβούλας: είναι δέκτης ακροατής και πομπός μοιρολογίστρα.
  
  • Η τεχνική
  • Γλώσσα-Ύφος: Η γλώσσα είναι η ιδιότυπη του Παπαδιαμάντη: σύνθεση λέξεων και τύπων της δημοτικής ( μαγκόπαιδα) , λόγιας (έμελπε, από πρωίας μέχρι εσπέρας)  και ντόπιας γλώσσας (αβασταγή, σηκωμένη στα πανιά) . Χαρακτηριστικός είναι ο μακροπερίοδος λόγος. Το ύφος είναι γλαφυρό με παραστατικές εικόνες.
  • Η αφήγηση-Ο αφηγητής: Έχουμε διήγηση. Ο «παντογνώστης» αφηγητής αφηγείται σε γ΄ πρόσωπο ,δεν παρεμβαίνει προσωπικά, βλέπει τα πάντα ακόμα και τις σκέψεις των ατόμων. Ο χρόνος της αφήγησης συμπίπτει με το χρόνο της ιστορίας και τα γεγονότα παρουσιάζονται με τη φυσική χρονολογική τους σειρά (γραμμική αφήγηση). Αναδρομική αφήγηση έχουμε μόνο όταν αναφέρεται στο παρελθόν της γριάς.
  •  Στοιχεία  αφηγηματικής τεχνικής αποτελούν η προσήμανση και η προοϊκονομία.  Ως τέτοιες μπορούν να χαρακτηριστούν ο χώρος και ο χρόνος (βλ. παρ.) η άπνοια, που δεν άφηνε ούτε τη γολέτα να αποπλεύσει και την παγίδευσε στο λιμάνι (προσημαίνοντας την παγίδευση της Ακριβούλας), και κάνει πιο δραματική την περιγραφή του πνιγμού του κοριτσιού, αφού λόγω της ησυχίας της νύχτας η γιαγιά της κατά την επιστροφή της θα ακούσει το θόρυβο από το σώμα του άτυχου κοριτσιού, αλλά θα νομίσει ότι είναι πέτρα που έριξε ο βοσκός. Επιπλέον η εμφάνιση της φώκιας προοικονομεί το μοιρολόι που θα ακολουθήσει, για να μην εμφανιστεί απότομα στο τέλος. Επίσης η χρήση πολλών και παραστατικών εικόνων, ο μονόλογος της γριάς, το μοιρολόι της φώκιας, η αντίθεση που χρησιμοποιείται σε πολλά σημεία και επίπεδα, η κλιμακωτή προετοιμασία του πνιγμού της Ακριβούλας.   


Εσωτερικό από το σπίτι του Παπαδιαμάντη στη Σκιάθο, που είναι επισκέψιμο.


                 Μια κινηματογραφική προσέγγιση του διηγήματος μπορείτε να δείτε εδώ.











Κυριακή, 12 Μαΐου 2013

Αναρωτιέμαι...

    Σήμερα είναι η γιορτή της μητέρας. Ίσως να ήταν πιο ταιριαστό να γράψω κάτι σχετικό μ'αυτή τη γιορτή για να εγκαινιάσω αυτή στήλη, την προσφορά της Ελληνίδας μάνας ανά τους αιώνες, ας πούμε, όπως πολλοί άλλοι έκαναν στα social media, ήδη από τις προηγούμενες μέρες. Επειδή όμως, εκτός από μάνα είμαι και εκπαιδευτικός ("τίποτε το σπέσιαλ, το καταπληκτικό" δηλαδή, όπως έλεγε και η Μαίρη Παναγιωταρά στο ομώνυμο τραγούδι)μου φάνηκε ότι δεν μπορούσα να αντισταθώ άλλο στη ματαιοδοξία που διακατέχει όλους όσοι συμμετέχουμε στα social media να αναρτούμε την άποψή μας (που σε άλλες εποχές δε θα δημοσίευε κανένα ΜΜΕ, γιατί ίσως και να μην είχε βαρύνουσα σημασία) ή να "διαμαρτυρόμαστε" για τα θέματα που μας ενδιαφέρουν κοινοποιώντας απόψεις τρίτων "που τα γράφουν καλύτερα από μας", αντί να είμαστε στο δρόμο. Ίσως και να ζούμε μια νέα εποχή όσο αφορά στους τρόπους διαμαρτυρίας: ο καθένας μόνος του να αγωνιά για το πόσα like θα συγκεντρώσει η ανάρτησή του... 
     Ο λόγος, επομένως, για την απεργία των καθηγητών μέσα στην περίοδο των εξετάσεων. Εδώ και τριάντα και χρόνια ο καιρός που "τα παιδιά γράφουν" είναι ιερός και απαραβίαστος. Θα θυμάστε τα κείμενα της Έλενας Ακρίτα για τις πανελλήνιες, που αντανακλούσαν τόσο περιγραφικά το άγχος της ελληνικής οικογένειας που είχε παιδί στην Γ'Λυκείου(μάλλον θα τα είχε γράψει όταν το δικό της παιδί διαγωνιζόταν, γιατί στην παρούσα φάση δε φαίνεται να ευαισθητοποιείται). Αυτό σημαίνει ότι οι καθηγητές δε "νομιμοποιούνται"από την Ελληνική Οικογένεια να απεργήσουν μέσα στις εξετάσεις γιατί "παίζουν με το άγχος των μαθητών". Λες και οι καθηγητές είναι από άλλο πλανήτη και δε ζουν σ'αυτή τη χώρα, δεν έρχονται σε επαφή περισότερες ώρες με τα παιδιά απ'ότι ίσως οι γονείς τους (αφού το δημόσιο σχολείο μετατρέπεται εσκεμμένα σε χώρο φύλαξης και όχι μάθησης τα τελευταία χρόνια) και δεν αισθάνονται την αγωνία του κάθε μαθητή στις εξετάσεις. Είναι απλά κάποιοι "τεμπέληδες", "κακομοίριδες", "αισχροί" και "ανάγλητοι" άνθρωποι, για να παραθέσω μόνο κάποια από τα επίθετα που κυκλοφορούν αυτές τις μέρες σε πηχιαίους τίτλους στα μήντια, και θα "ξεβρωμίσει ο τόπος" αν επιστρατευτούν και απομακρυνθούν .
      Αυτοί "οι τεμπέληδες" είναι οι ίδιοι που η Ελληνική Οικογένεια τα τελευταία τριάντα χρόνια φρόντισε να τους στείλει στο πανεπιστήμιο, να τους βοηθήσει να μάθουν ξένες γλώσσες (περισσότερες από μία), να προχωρήσουν σε μεταπτυχιακό,σε διδακτορικό, σε δεύτερο πτυχίο, να τους στηρίξει στη δοκιμασία του ΑΣΕΠ (γιατί, γνωστό τοις πάσι, το πτυχίο από μόνο του δεν εξασφαλίζει το διορισμό ως εκπαιδευτικού), να προωθεί ακόμα και σήμερα τους νεώτερους να γίνουν εκπαιδευτικοί για να βρουν ΙΣΩΣ μια δουλειά (χωρίς άλλο χαρακτηρισμό η τελευταία). Αυτοί οι καθηγητές, πάνω στους οποίους έχει επενδυθεί μεγάλο μέρος των εισοδημάτων της Ελληνικής Οικογένειας,είναι αυτοί που διδάσκουν στα ελληνικά σχολεία τα "παιδιά μας που έχουν άγχος για τις εξετάσεις" και εδώ και δύο-τρεις μέρες έγιναν κατάπτιστοι και βορά της μηντιακής και κοινωνικής κατακραυγής, επειδή διεκδικούν ένα καλύτερο αύριο γι'αυτά τα παιδιά. Αλλά σε μια γενικότερη κουλτούρα εκβιασμού που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια, η φωνή τους αυτή ακούγεται μόνο σε περίπτωση που κυρήξουν απεργία στην περίοδο των εξετάσεων. Η καθημερινή κραυγή αγωνίας που αρθρώνουν μέσα στις κακότεχνες σχολικές αίθουσες, χάνεται από τα παράθυρα που μπάζουν...



Η κραυγή, έργο του Νορβηγού εξπρεσιονιστή Ε. Μούνκ, 1910
              
         Προσωπικά όμως,( και αυτός είναι ο βαθύτερος λόγος γραφής αυτής της ανάρτησης) θεωρώ ότι ο κλάδος "σέρνεται" σε απεργία. Μια απεργία που εκβίασε η ίδια η κυβέρνηση ανακοινώνοντας τα νέα μέτρα την Παρασκευή πριν κλείσουν τα σχολεία για τις διακοπές του Πάσχα και με τη συνήθη τακτική του "πιάνω στον ύπνο " τους εκαπιδευτικούς που γιόρταζαν την Ανάσταση ανά την ύπαιθρο. Η ΟΛΜΕ πήρε την απόφαση που δικαιολογεί την ύπαρξή της, χωρίς να υπάρχει διάχυτη αυτή η αίσθηση και η αναγκαιότητα στην εκπαιδευτική κοινότητα: αν ρωτούσε κάποιος  τους περισσότερους εκπαιδευτικούς πριν το Πάσχα για απεργία στις πανελλήνιες λόγω της επιβολής υποχρεωτικής μετακίνησης σε περίπτωση μη συμπλήρωσης ωραρίου, νομίζω ότι οι περισσότεροι θα πρότειναν άλλους τρόπους αντίδρασης (μια "διαμαρτυρία" μέσω social media ίσως-sic) και όχι την απεργία στις εξετάσεις. Κι αυτό γιατί βιώνουμε την κοινωνική απαξίωση καθημερινά (πολύ μάλλον την τελευταία διετία που η ανθρωποφαγία έγινε εντονότερη και οι καθηγητές είναι από αυτούς που έχουν δουλειά) και κανείς μας δε θα ήθελε να στρέψει την κοινωνία εναντίον μας , ειδικά με το ζήτημα-"ταμπού" της απεργίας στις εξετάσεις. Η ΟΛΜΕ έπαιξε το παιχνίδι της κυβέρνησης ή εμπαίχτηκε από αυτή; Μάλλον ρητορικό το ερώτημα για τους περισσότερους από εμάς. Οι συνδικαλιστές δε θα είχαν λόγο ύπαρξης αν δεν κήρυτταν την απεργία. Δε θα μπορούσαν να πείσουν πλέον και τους ελάχιστους εναπομείναντες που πιστεύουν ότι εργάζονται για τα συμφέροντα του κλάδου. Ποιος μπορεί να πει τώρα ότι η ΟΛΜΕ δεν έκανε κάτι; Φάνηκε όμως ότι δεν είχε σχέδιο Β (plan B, κατά το ελληνικότερο) στην περίπτωση της καθόλα αντιδημοκρατικής-πλην δημοφιλούς απ΄ ό,τι φαίνεται τακτικής- της  επιστράτευσης που διαφαίνονταν στον ορίζοντα. 
     Να απεργήσουμε ,τότε, όλοι μαζί. Δεν είναι δυνατόν να απολυθούν 86 χιλ. καθηγητές! Θα πέσει η κυβέρνηση. Ίσως να είναι η μόνη ευκαιρία που έχουμε ως γενιά να κάνουμε το χρέος μας. Για να δικαιολογήσουμε κι εμείς την ύπαρξή μας και να μπορούμε να διδάσκουμε χωρίς φόβο στην τάξη κοιτώντας τους μαθητές στα μάτια . Δίνοντάς τους παράδειγμα αγώνων.  Ίσως να είναι η ευκαιρία για την αρχή ενός κοινωνικού κινήματος που ονειρεύονται  και επιζητούν κάποιοι. Αν δε μιλήσουμε τώρα εμείς, δε θα ξαναμιλήσει κανείς ποτέ.
      Η "διαμαρτυρία" από  τα  social media  ακούγεται εύκολη. Μπορεί σήμερα να είμαστε όλοι ξεσηκωμένοι, γιατί μας πνίγει το δίκαιο. Πάντα μας έπνιγε, αλλά πού να το βρει κανείς "στον ψεύτη και άδικο ντουνιά"! Ξέρουμε ότι η ζωή είναι  εξ ορισμού άδικη. Ποιος όμως, θα αδικήσει το διακίωμα έστω και ενός συναδέλφου που θα κρατάει το "φύλλο πορείας" από αύριο και θα κρέμεται η απόλυση πάνω από το κεφάλι του και για τους δικούς του προσωπικούς και σεβαστούς λόγους να ψηφίσει κατά της απεργίας; Και ίσως να είναι αυτοί περισσότεροι από ένας, ίσως να είναι η πλειοψηφία που δεν είναι ματαιόδοξη να δημοσιεύει την άποψή της στο διαδίκτυο. Ίσως να είανι απλώς καχύποπτοι με τις προθέσεις της συνδικαλιστικής ηγεσίας. Ή να είναι απλώς ψηφοφόροι των κυβερνόντων κομμάτων (μην τους αγνοούμε). 
    Αναρωτιέμαι πώς μπορεί να χτιστεί μια ελάχιστη ιδέα αλληλεγγύης στον κλάδο μας μέσα σε μια-δυο μέρες, τη στιγμή που ζούμε σκηνές απείρου διχασμού μέσα στους συλλόγους μας. Αναρωτιέμαι πώς μπορεί να εδραιωθεί ένα κοινωνικο κίνημα όταν δεν έχουμε πρωτοστατήσει ως κλάδος σε ακομμάτιστες  μαζικές διαμαρτυρίες όπως γίνεται σχεδόν κάθε τόσο στην Ισπανία και την Πορτογαλία για περικοπές δαπανών για την παιδεία. Πότε "φανήκαμε" όλοι μαζί να υπερασπίζουμε ένα στόχο, πέρα από τα στενά συμφέροντα του κλάδου; Μπορεί να τα έχουμε κάνει όλα αυτά και να   τα αγνοώ εγώ (γιατί προτιμώ τα social media ως μέσο "διαμαρτυρίας").
   Οι καταστάσεις κρίσεων μας φέρνουν στα όριά μας. Είναι οριακές.  Καλό είναι αυτό, γιατί μαθαίνουμε. Προχωράμε . Ωριμάζουμε. Αλίμονό μας αν δεν υπήρχαν και οι κρίσεις! Ως μια τέτοια ευκαιρία ας δούμε και αυτή την οριακή κατάσταση που περνάει ο κλάδος μας τώρα. Γιατί ισορροπούμε σε τεντωμένο σκοινί ανάμεσα στο να δώσουμε νέα πνοή στην εκπαιδευτική κοινότητα και στο να καταβαραθρώσουμε την ήδη γκρεμισμένη αξιοπρέπεια και ύπαρξη της δημόσιας εκαπαίδευσης.
  Ως σκεπτικίστρια όμως,πιστεύω ότι υπάρχει μεγάλη απόσταση από τα λόγια στην πράξη. Κλείνω με μια φράση του Νομπελίστα Πορτογάλου συγγραφέα Ζοζέ Σαραμάγκου (από τον οποίο σαγηνεύομαι τελευταία): "Δεν είμαι εγώ απαισιόδοξος. Ο κόσμος είναι πολύ χάλια!"